Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

V for Verotika



Ο Glenn Danzig είναι,από μουσικής πλευράς,ένας από τους ήρωες μου.Στα 36 χρόνια της καριέρας του έχουν παρελάσει μέσα από το song writing και τις μουσικές και φωνητικές του επιρροές, ο Jim Morrison, ο Elvis Presley,οι Black Sabbath,το punk,τα blues,το rock, το metal, o Johnny Cash, ακόμη και το ambient και το industrial rock(στις ομολογουμένως μοναδικές κακές του στιγμές.,το Black Aria του 1992 και το Blackacidevil του 1995 αντίστοιχα).

Γενικότερα, σίγουρα δεν περιμένατε εμένα να σας πω για ποιό λόγο οι Μisfits αποτελούν πλέον-πέρα από μπάντα ορόσημο για το punk-ένα κλασικό κομμάτι της pop κουλτούρας(το logo τους μπορείτε να το δείτε ακόμη και στα πλεόν ξεφτιλισμένα trendy μπλουζάκια, ενώ το devilock είναι ακόμη και σήμερα διαδεδομένο σε πολλές ασιατικές χώρες),η γιατί στα 4 πρώτα albums των Danzig υπάρχουν κάποια από τα καλύτερα δείγματα που μας έχει δώσει το hard rock από τη γέννηση του μέχρι σήμερα..
Κοινώς δε χρειάζεται εν έτει 2013 να σας μιλήσω εγώ για αυτό


για αυτό


η πλέον και για αυτό



..μπορείτε να ρωτήσετε και τους metallica, μεταξύ άλλων.

Όποιος δεν έχει υπόψη του τα παραπάνω, ας τσεκάρει (για αρχή ετσι?) ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ κυκλοφόρησε ο Danzig από το 1977 μέχρι το 1994(είπαμε, πλην του Black Aria)και δε θα χάσει..τα υπόλοιπα θα έρθουν μετά.
Συνεπώς βάσει των παραπάνω, εδώ δε θα μιλήσουμε για τον Danzig,τραγουδιστή και συνθέτη των Misfits/Samhain/Danzig, αλλά για τον Danzig,εκδότη και σεναριογράφο της εταιρείας εκδόσεων comics Verotik:



Η Verotik ξεκίνησε από τον Danzig το 1994 με σκοπό,κατά τον ίδιο, να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό από την τυπική αισθητική των superhero comics των Ηνωμένων Πολιτειών(κι επειδή συν τοις άλλοις ως τεράστιος comic fan του έμεινε απωθημένο που δεν κατάφερε σαν νέος να δουλέψει στη βιομηχανία των comics) κι ως προς αυτό, μπορούμε να πούμε πως τα κατάφερε.
Το όνομα Verotik είναι μια σύνθεση των λέξεων Violent και Εrotic κι αν σε αυτές τις 2 λέξεις προσθέσετε και τις λέξεις Demons και Horror, έχετε λάβει πάνω κάτω το θέματικό πεδίο δράσης της.

Μεταξύ άλλων,ήρωες όπως η Igrat(η δαίμονας απεσταλμένη πίσω στο χρόνο από τον Εξαποδώ,για να δολοφονήσει τον Ιησού!)και η Satanika του Danzig, η Sonja Blue της εξαιρετικής σειράς Sunglasses After Dark από την Nancy Collins όπως και το Grub Girl(μια πόρνη που τυγχάνει να είναι...ζόμπι:έγινε και ταινία πορνό το 2006!)του Edward Lee, εξασφάλισαν στον Danzig ένα μικρό αλλά σταθερό cult following, αλλά και defacto προβλήματα με τη λογοκρισία...

                                                                             το πρώτο τεύχος της Igrat

                                                                                           Satanika

Τον τίτλο της πιο extreme σειράς που έβγαλε η Verotik όμως, τον παίρνει μάλλον δικαιωματικά η Verotika.Μια συλλογή ιστοριών που αποτελείται από 15 τεύχη και αφορά εικονογραφημένα σενάρια τόσο από τον Danzig,την Nancy Collins(οι ιστορίες της είναι μάλλον τα highlights της σειράς) όσο κι από άλλους εκλεκτούς καλεσμένους,μεταξύ των οποίων και ο guru του τρόμου Graham Masterton.
Στις ιστορίες της Verotik λοιπόν, η (μεταφυσική και ανθρώπινη)βία, η διαστροφή και ο ερωτισμός πάνε σύννεφο, οπωσδήποτε δε μιλάμε για comic που απευθύνεται σε άτομα κάτω των 18.
Άλλες ιστορίες είναι καλές κι άλλες όχι(πχ ο Danzig,κακά τα ψέμματα, υστερεί φανερά ως προς τις ιστορίες του σε σχέση  με τους υπόλοιπους)όμως τα highlights είναι πολλά..με αποκορύφωμα μάλλον το προαναφερθέν Grub Girl όπως και την φο-βε-ρή ιστορία Furies in black leather της Nancy Collins,της οποίας το εξώφυλλο βλέπετε παρακάτω:


αυτές τις ιστορίες σας προσφέρει το Precession Of The Equinoxes,όπου να σημειωθεί, αφενός σήμερα δεν βρίσκονται εύκολα διαδικτυακά σε σχέση με τα άλλα,αφετέρου 2-3 τεύχη από αυτά είναι sold out και από το store της verotik..

Φυσικά, επειδή πάνω από όλα αυτό το blog παραμένει κατά βάση μουσικό, στο ίδιο αρχείο περιλαμβάνεται-για να συνοδεύσει σαν μουσικό χαλί την ανάγνωση σας-το Black Aria 2 του 2006, το δεύτερο προσωπικό neoclassical/ambient album του Glenn, το οποίο είναι σαφέστατα καλύτερο από την πρώτη του αποτυχημένη απόπειρα το 1992..στη δική μου περίπτωση,έδεσε άψογα.


Συνεπώς, λάτρεις του Danzig που δεν έτυχε να τσεκάρετε/βρείτε τις εν λόγω ιστορίες(ή το album) ή φίλοι των ακραίων comics, εδώ είστε.
Κι αν τυχόν δεν ανήκετε σε καμία από τις δύο παραπάνω κατηγορίες μη σκάτε,δεν πήγε ο χρόνος σας χαμένος. Ακολουθήστε την παραπάνω προτροπή και τσεκάρετε τη μουσική που έβγαλε ο Αμερικανός από το 1977 μέχρι το 1994:κάτι μου λέει πως μετά, σύντομα πάλι εδώ θα είστε....
ΥΓ: Θα χρειαστείτε το Cdisplay (εδώ ) για να ανοίξετε τα αρχεία των comics.

                                                                                            V

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

In Vino Veritas

Η ανθρωπότητα, από την αυγή του πολιτισμού έχει μια έντονη σχέση με το αλκοόλ.
Γνωρίζατε ότι ένα από τα αρχαιότερα δείγματα γραφής που έχουν ανακαλυφθεί ποτέ, είναι μια ωδή στη σουμεριακή θεά της μπύρας και του αλκοόλ γενικότερα, την Νινκασί?


Η ωδή αυτή-ποίημα,για την ακρίβεια-πρακτικά είναι μια συνταγή για την παρασκευή μπύρας.Έχει σημασία να προσέξουμε τον μύθο: σύμφωνα λοιπόν με τη σουμεριακή μυθολογία, η Νινκασί είναι κόρη του Ένκι,θεού της γης και της Νίντι, η οποία ήταν η βασίλισσα της πηγής του φρέσκου νερού στη γη(το οποίο ονόμαζαν Άμπζου).Η Νινκασί λοιπόν ήρθε στη γη για να 'ικανοποιήσει την επιθυμία' και να 'μαλακώσει την καρδιά'.
Ο αρχαιότερος πολιτισμός στον κόσμο λοιπόν είχε ξεχωριστή θεότητα για το αλκοόλ και φυσικά αυτό   δεν άλλαξε ούτε τις επόμενες χιλιετίες.Ούτε ακόμη και σήμερα φυσικά.

Μπορεί το αλκοόλ ως ουσία-άπαξ και εθιστείς βέβαια-να είναι μια από τις 4-5 πιο καταστροφικές ναρκωτικές ουσίες και πλέον εθιστικές, όμως  ο ρόλος του ως θρησκευτικό μέσο(από τον Βάκχο έως τη σύγχρονη χριστιανική κοινωνία), παυσίπονο(κυριολεκτικά στην αρχαιότητα, μεταφορικά πλέον σήμερα αν έχετε 'ντέρτια')και βοήθημα για κοινωνικές συναναστροφές(αυτό δε χρειάζεται να σχολιαστεί) το έχει καταστήσει απαραίτητο(ναι, απαραίτητο) συνοδοιπόρο στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών και πολιτισμών μέχρι σήμερα.

Και μη μου μιλήσετε για την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ.Είναι θαύμα που κράτησε 13 χρόνια, αφού εκείνη την περίοδο ως γνωστόν αφενός η μαύρη αγορά αλκοόλ άνθισε, αφετέρου ο υπόκοσμος μέσω του παράνομου εμπορίου απέκτησε τρομακτική δύναμη και διασυνδέσεις.
Κοινώς πρακτικά, αυτό.......



....οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια σε αυτόν:


Ηθικό δίδαγμα της παραπάνω περίπτωσης?Το αλκοόλ θα είναι μαζί μας, πιθανότατα μέχρι το τέλος των Πάντων.Και τότε, την ώρα του Τέλους(περιβαλλοντική καταστροφή, μετεωρίτης, πυρηνικός πόλεμος,εσείς διαλέγετε) το αλκοόλ θα είναι πάλι εκεί, είτε ως συνοδευτικό στις τελευταίες μας ωραίες στιγμές,είτε ως συνοδευτικό απελπισίας για τους πιο δειλούς.
Όπως άλλωστε λέει και ο Boyd Rice στο In Vino Veritas, κομμάτι από το album των Scorpion Wind(συνεργασία με τον Douglas Pearce των Death In June και τον John Murphy):


'So won't someone pour me another martini to sip while Rome is afire? So won't someone pour me another martini, and we'll toast the world's funeral pyre. '



Το εν λόγω album του 1996-μια παράξενη μίξη του neofolk των Death In June και της..lounge μουσικής,συνοδευόμενο από την ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ δουλειά του John Murphy στα κρουστά-περιέχει κάποιες από τις ωραιότερες μελωδίες που έγραψε ποτέ ο Pearce, όπως και τον( πρώην ιερέα της Εκκλησίας του Σατανά,noise πρωτοπόρο,συγγραφέα, πρώην ιδιοκτήτη tiki bar και πολλά πολλά άλλα)Boyd Rice σε μεγάλα κέφια όσον αφορά το-spoken word-κομμάτι του.
Προσωπικά όντας fan και των 2, θεωρώ το Heaven Sent ένα από τα καλύτερα albums που έχουν κυκλοφορήσει, είτε μαζί είτε χωριστά..μάλλον το καλύτερο για την ακρίβεια.


                                                                                    το εξώφυλλο του 1996



                                                                      το εξώφυλλο της επανακυκλοφορίας του 2007

Εδώ ο μπάρμπα-Boyd λοιπόν θα σας μιλήσει για τον κοινωνικό δαρβινισμό, για το αλκοόλ, για την επιρροή της ιστορίας στις ζωές των ανθρώπων, για τον σιδερένιο και τον ξύλινο σταυρό, για το ψέμα και την αλήθεια(στο υπέροχο,μουσικά και στιχουργικά,Νever), για τη γνωστικιστική θεότητα Abraxas μεταξύ άλλων.Δε χρειάζεται να συμφωνήσετε με όλα φυσικά ,κι αυτό διότι το album αυτό-όπως και κάθε album γενικότερα,αλλά ειδικά αυτό λόγω του spoken word/lounge χαρακτήρα του-είναι πάνω από όλα ένας φίλος(?) με τον οποίο θέλετε πρωτίστως να ψυχαγωγηθείτε..κι ως προς αυτό, θα πετύχει το σκοπό του.

Βάλτε λοιπόν ένα ποτήρι από το ποτό της αρεσκείας σας, καθίστε κάπου αναπαυτικά και βάλτε το Heaven Sent να παίζει: θα καθαρίσει την ψυχούλα σας από την ασχήμια της καθημερινότητας, όπως ο Διοκλητιανός κάποιες πολύ συγκεκριμένες θρησκευτικές μειονότητες στα χρόνια της αυτοκρατορίας του.
Για λόγους διευκόλυνσης, στο αρχείο περιλαμβάνω και τους στίχους του album.

                                                                                    En oino álétheia




ΥΓ: Επιστρέφοντας στο θέμα του αλκοόλ, να σημειωθεί ότι υπάρχει ένα τρομερό site που αφορά κάθε συνειδητοποιημένο φίλο του που του αρέσει να διακωμωδεί το πάθος του(η-κακό για αυτόν-την εξάρτηση του), το Modern Drunkard, στο οποίο συν τοις άλλοις ο Boyd Rice είχε διατελέσει και αρθρογράφος για μια περίοδο..link του θα βρείτε φυσικά δεξιά της σελίδας, στη στήλη Approved Aeshetics.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Baby Art

No music post this time since today's post is about another favorite visual artist of mine, the second that appears here in Precession Of The Equinoxes(the first being Hans Ruedi Giger, here): mr.Trevor Brown.




Trevor Brown was born at London in 1959, studied art and worked as a graphic designer and a freelance illustrator until the mid 80's when he did the covers for a couple of Whitehouse albums(the legendary industrial/power electronics band),making him a cult icon to the underground industrial circles(since then he has also done covers for Coil, Venetian Snares, Jarboe etc).



In 1993 he moved to Japan, where(after working for some time in japanese sex magazines) he introduced his own artistic direction, calling it Baby Art: his drawing thematics-in a style pretty much inspired from japanese manga and japanese poular culture in general-include children or dolls in poses, activities and dressing styles that have to do with BDSM, violence and different kinds of paraphilia, making his works an intriguing combination of innocence and corruption.

Needless to say, he became quite famous there(of course, we are talking about Japan right?), but apart from that his reputation has spread in the rest of the world too, since his publications are being sold wordwide and he has also done exhibitions outside Japan(in Switzerland, Italy etc).However, his biggest fanbase continues to lie in the East.




In order to get a bigger taste of Trevor Brown's art, Precession Of The Equinoxes offers you the images(at least most of them) of his 2007 publication named Rubber Doll.

See it as a spring gift, since 21 March,the first day of spring(at least in the northern hemisphere) is quite close.So,soon you will be able to enjoy..

                                                                        the first flowers of spring

                                                          

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Holy Martyrs


Ο θεός Κόνανος είναι ένα διήγημα του 1943 από τον Φώτη Κόντογλου, έλληνα ζωγράφο και λογοτέχνη.


Είναι ένα διήγημα φρικιαστικού ασκητισμού και μισανθρωπικής θρησκευτικής αυταπάρνησης, με έντονες επιρροές από Lovecraft(νομίζω) αλλά συνάμα καταφανέστατα ελληνικό στο ύφος γραφής του.
Σε κάποιους μπορεί να φανεί παράδοξο το ότι ο Κόντογλου ήταν θρησκευόμενος-δεδομένης της παραπάνω περιγραφής του Θεού Κόνανου-μιας και αν αναζητήσετε διαδικτυακές πληροφορίες για αυτόν δε θα είναι δύσκολο να πέσετε πάνω στις αγιογραφίες του.Η αλήθεια είναι ότι ο Κόντογλου στο παρακάτω διήγημα μάλλον άθελα του αποτύπωσε την φρίκη του θρησκευτικού ασκητισμού, παρόλα αυτά σε τελική ανάλυση το  αποτέλεσμα μετράει.Ίσως μάλιστα το γεγονός ότι προέρχεται από φανατικό χριστιανό, του δίνει και μια πιο αυθεντική αίσθηση...

Θρησκευτικές αναφορές όμως-αλλά ΠΡΟΦΑΝΩΣ χωρίς να είναι χριστιανός)-χρησιμοποιεί και ο Mikko Aspa(Deathspell Omega, Clandestine Blaze και 150 άλλα περίπου) στο ομώνυμο ντεμπούτο του funeral doom project του, Stabat Mater:


Με στίχους για γενοκτονίες αλλά και προφανώς τον θρήνο της Μητέρας για τον Υιό του Θεού(είπαμε, stabat mater ), το φοβερό αυτό album παρόλα αυτά-και ιδιαίτερα το ομώνυμο κομμάτι-είναι ιδανικό χαλί για να διαβάσει κάποιος τον Θεό Κόνανο. Δοκιμάστε το, θα σας 'πιάσει' στάνταρ..



     


Ο ΘΕΟΣ ΚΟΝΑΝΟΣ


Αὐτὸ τὸ κακὸ δαιμόνιο καθότανε σ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Καταβύθιση, μέσα στὴν ἔρημο Δραμούγκα. Ἐκεῖ πέρα ἤτανε κ᾿ ἡ Ζυγαριὰ τῆς Σωτηρίας, μὲ τὴν ὁποία ζυγιάζανε τοὺς προσκυνητὲς κατὰ πόσο ἤτανε ἄξιοι νὰ σωθοῦνε.

Τρέχανε λοιπὸν ἀπὸ κάθε χώρα χιλιάδες προσκυνητὲς νὰ πᾶνε στὸ μοναστήρι. Περπατούσανε βιαστικά, πεινασμένοι, διψασμένοι, σκελεθρωμένοι, μὲ ποδάρια πληγωμένα. Αὐτὸ τὸ κοπάδι, ποὺ στὴν ἀρχὴ ἤτανε τόσο μεγάλο, μὲ τὸν καιρὸ λιγόστευε ἀντὶς νὰ πληθαίνει, ἐπειδὴς αὐτοὶ οἱ χατζῆδες δὲν τρώγανε ὁλότελα, μὴν τύχει καὶ παχύνουνε, καὶ πεθαίνανε ἀπὸ τὴν πείνα κι ἀπὸ τὴν κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ.
Πῶς παίρνει ὁ ἄνεμος τὸν καπνό, ἔτσι τρέχανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα στοὺς κάμπους καὶ στὰ βουνά. Σκύλοι μαλλιαροὶ κι ἀγριεμένοι γαβγίζανε ἀπὸ πίσω τους.

Περάσανε μία χώρα ποὺ τὴ λένε Φαρμακωμένη, γιατὶ δὲν ἔχει τίποτ᾿ ἄλλο ἀπὸ πέτρες κατάξερες.
Τὸ κρύο τοὺς ἔκαιγε σὰ φωτιά. Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, δυὸ ὧρες ἅμα βγεῖ ὁ ἥλιος, ἀρχίζει νὰ φυσᾶ ἕνας ἀγέρας ταντανιασμένος, σὰ νὰ βγαίνει μέσ᾿ ἀπὸ παγωμένες σπηλιές. Φυσᾶ ἴσαμε τὸ βράδι, λίγο πρὶν βασιλέψει ὁ ἥλιος. Τὰ βουνὰ καὶ τὰ βράχια φαίνουνται σὰν κρούσταλλα, ὁ οὐρανὸς σὰ γυαλί, καὶ θαρρεῖ κανένας πὼς εἶναι κοντά, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ περπατᾶ ἕναν μήνα γιὰ νὰ τὰ σιμώσει.

Κατὰ τὸ δρόμο ποὺ τραβούσανε, ἅμα τοὺς χτυποῦσε ὁ ἄνεμος ἀπὸ μπροστά, βασανιζόντανε μὲ τὸ κεφάλι κάτω, ἅμα τοὺς χτυποῦσε ἀπὸ τὰ πλάγια, πηγαίνανε μὲ τό ῾να πλευρό, ἅμα τοὺς ἔδερνε ἀπὸ πίσω, τοὺς σβάρνιζε σὰ νά ῾τανε ἀγκάθια ἐλαφρότατα.

Φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος πότρεχε ἕνα ποτάμι ἀφρισμένο. Δὲν ἤτανε παγωμένο, γιατὶ εἶχε ὅλο καταρράχτες σὰ σκαλοπάτια, καὶ τὸ νερὸ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλο καὶ δὲν πρόφτανε νὰ παγώσει. Ὁ τόπος εἶχε καὶ λίγα ἀγριόδεντρα. Εἴδανε ἕνα μύλο ποὺ βρόνταγε ἡ ρόδα του, μὰ ἤτανε ἔρημος καὶ γύριζε μοναχός του.
Ἀφοῦ περάσανε τὸ ποτάμι, καθήσανε καὶ συλλογιζόντανε ποιὸ δρόμο νὰ τραβήξουνε. Τότες ἀκούσανε μία φωνὴ ψιλὴ καὶ παράξενη, πὄβγαινε ἀπὸ τὴ ρόδα τοῦ μύλου, λέγοντάς τους νὰ περάσουνε μέσ᾿ ἀπὸ μία τρύπα τοῦ βουνοῦ.

Ἀφοῦ περπατήξανε κάμποσο, βρήκανε αὐτὴ τὴν τρύπα καί, μπαίνοντας μέσα, πέσανε νὰ κοιμηθοῦνε. Ἀλλὰ δὲν μπορέσανε νὰ κοιμηθοῦνε, γιατὶ κολλήσανε ἀπάνω τοὺς πλῆθος βδέλλες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἤτανε γεμάτη κείνη ἡ τρύπα.

Πρὶν ξημερώσει λοιπὸν φύγανε ἀπὸ κεῖ. Ἡ τρύπα τοὺς ἔβγαλε σ᾿ ἕνα μέρος γεμάτο κοφτερὲς στουρναρόπετρες καὶ κάμποσοι πεθάνανε, ἀδυνατισμένοι ὁλότελα ἀπὸ τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἤπιανε οἱ βδέλλες.

Σὲ λίγες μέρες καταντήσανε ὁλότελα σκέλεθρα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει ὁ θεὸς Κόνανος: «Ἂν θέλεις νὰ μὴν καταποντιστεῖς, πρέπει νὰ ξεραθοῦνε τὰ κρέατα τοῦ κορμιοῦ σου· τὰ κόκκαλά σου νὰ μικρύνουνε καὶ νὰ γίνουνε σὰν ἀλαφρόπετρα.»

Ὁλοένα βουνὰ ἀνεβαίνανε, βουνὰ ἄσπλαχνα, καταβόθρες μαῦρες κ᾿ ἔρημες. Μηδὲ ἀγριοπούλι δὲν εἴδανε.
Φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος ἡμερώτερο λεγόμενο Νάτικον, ποὺ θὰ πεῖ Καλὸς Τόπος. Εἴδανε ἀπὸ μακριὰ κάποιους ἀνθρώπους νὰ περπατᾶνε. Σὰν ἀνεβήκανε στὸ βουνό, εἴδανε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ κάμποσες καλύβες κ᾿ ἕναν πύργο, μ᾿ ἕνα τέρας καθισμένο στὴν κορφή του.

Ἀπὸ κεῖνα τὰ σπίτια ἔβγαινε μία ψαλμωδία λυπητερή, μὰ δὲ φάνηκε κανένας ἄνθρωπος.
Πέσανε ὕστερα σὲ μιὰ λίμνη μισοπαγωμένη, καὶ γύρω της βοσκούσανε πολλὰ βουβάλια. Πέντ᾿ - ἕξι τσομπάνηδες πήγανε κοντά τους καὶ τοὺς δώσανε παγωμένο κρέας, μὰ δὲν τὸ φάγανε.

Τὴ νύχτα κονέψανε μαζί τους. Τὸ πρωὶ οἱ μισοὶ δὲ σηκωθήκανε, γιατὶ πεθάνανε τὴ νύχτα.
Ἀπὸ κεῖ περπατήξανε οἱ ἄλλοι ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ κατὰ τὸ βράδι φτάξανε σὲ μιὰ μεγάλη πολιτεία. Κοιμηθήκανε σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ τὸ πρωὶ πήγανε νὰ πάρουνε ἕναν λοξὸ δρόμο, μὰ τοὺς μποδίσανε κάτι παπάδες, ποὺ ἐρχόντανε ἀπό ῾να μοναστήρι, καὶ τοὺς πήγανε στὴν πολιτεία γιὰ νὰ πάρουνε χῶμα ἀπὸ τὸ μνημόρι κάποιου ἀσκητῆ, ὁ ὁποῖος ἤτανε θαμμένος στὸ κάστρο, νὰ τὸ πίνουνε μὲ τὸ νερό, νὰ μὴν πεθάνουνε στὸ δρόμο.

Ἀφοῦ πήρανε τὸ χῶμα, ἐπειδὴς νύχτωσε, τοὺς πήγανε σ᾿ ἕνα χάνι νὰ κοιμηθοῦνε. Αὐτὸ τὸ χάνι εἶχε μία κάμαρα ποὺ χωροῦσε ὡς δυὸ χιλιάδες κόσμο. Τὸ πάτωμα ἤτανε σκεπασμένο ἀπὸ φτερὰ ἀνακατεμένα μὲ ξεροχόρταρα. Πρὶν νυχτώσει καλὰ - καλά, γέμισε ἀπό ῾να πλῆθος ἀμέτρητο, ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά. Οἱ πιὸ πολλοὶ ἤτανε ζητιάνοι.

Ἤτανε ξαπλωμένοι, ἄλλοι μαζεμένοι, ἄλλοι μοναχοί, καὶ περιμένανε νὰ τοὺς σκεπάσουνε, γιατὶ κανένας δὲν εἶχε δικό του σκέπασμα. Σὰ βολευτήκανε ὅλοι, ἀκούστηκε ἕνα τούμπανο καὶ σὲ λίγο κατεβάσανε ἕνα πάπλωμα, πὄπιανε ἀπὸ τὴ μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη, καὶ σκέπασε ὅλους ἐκεινοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς εἰδοποιούσανε μὲ τὸ τούμπανο, γιὰ νά ῾χει ὁ καθένας τὸ νοῦ του, νὰ περάσει τὸ κεφάλι τοῦ μέσα σε μία ἀπὸ τὶς πολλὲς τρύπες πού ῾χε αὐτὸ τὸ πάπλωμα. Τὴν ἡμέρα ἤτανε μαζεμένο στὸ ταβάνι καὶ τὸ κατεβάζανε μ᾿ ἕνα σωρὸ μακαράδες.

Τὸ λοιπόν, ἐκεῖ μέσα κοιμηθήκανε οἱ χατζῆδες. Πρωὶ - πρωὶ ἔπαιξε πάλι τὸ ταμποῦρλο, γιὰ νὰ ξυπνήσουνε· κ᾿ ὕστερ᾿ ἀνέβηκε σιγὰ - σιγὰ κεῖνο τὸ πάπλωμα στὸν ἀγέρα, καὶ τοῦτο μὴν τυχὸν κοιμᾶται κανένας, καὶ τὸν σηκώσει κείνη ἡ παράξενη μηχανὴ καὶ τὸν πνίξει.
Κινήσανε δίχως νὰ χασομερήσουνε καὶ μπήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγο σ᾿ ἕνα ντερβένι γεμάτο ὄρνια. Ἅμα βγήκανε στ᾿ ἀνοιχτά, τοὺς πιάσανε κάτι ληστές, μὰ δὲν τοὺς πειράξανε, γιατὶ δὲν εἴχανε τίποτ᾿ ἀπάνω τους καὶ γιατὶ ἤτανε ἁγιασμένοι ἄνθρωποι.

Αὐτοὶ οἱ ληστὲς καθόντανε μέσα σ᾿ ἕνα κάστρο ρεπιασμένο, κ᾿ ἐκεῖ μέσα περάσανε τὴ νύχτα.
Πρὶν νὰ χαράξει, σηκωθήκανε καὶ κάνανε τὴν προσευχή τους, θυμιάσανε καὶ κομματιάσανε τὰ κορμιὰ ἐκεινῶν πού ῾χανε πεθάνει τὴ νύχτα, καὶ τὰ κομμάτια τὰ βάλανε ἀπάνω στὰ μπεντένια νὰ τὰ φάνε τ᾿ ἀγριοπούλια. Πέντ᾿ - ἕξι ἀπὸ τοὺς ληστὲς πήγανε μαζί τους, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν ψυχή τους.
Ὁδοιπορήσανε ὅλη κείνη τὴ μέρα καὶ δὲ σταθήκανε πουθενὰ τὴ νύχτα, γιατὶ τὸ μέρος ἤτανε κάμπος. Τὸ φεγγάρι καὶ τ᾿ ἄστρα ἤτανε κόκκινα καὶ φοβερά.

Τὴν αὐγὴ ἄρχισε νὰ φυσᾶ ἕνας ἀγέρας μπουρινιασμένος καὶ παγωμένος. Τὸ κοπάδι σάστισε κ᾿ ἔτρεχε σβαρνίζοντας ἀπάνου σ᾿ ἕναν γλιστερὸ γκρεμνό. Πολλοὶ χαθήκανε. Μὰ κ᾿ οἱ ἄλλοι δὲ θὰ γλυτώνανε, ἂν δὲν τρυπώνανε σὲ κάτι σπηλιὲς ποὺ τοὺς δείξανε οἱ ληστές.
Ὁ ἀγέρας φυσοῦσε τρεῖς ἡμέρες, κι ὁλοένα δυνάμωνε. Τὴν τετάρτη ἔπαψε μονομιᾶς, κ᾿ ἤβγανε ὄξω, φάγανε κάτι βότανα κ᾿ ὕστερα μισέψανε.

Σὲ δυὸ μέρες εἴδανε ἀπὸ μακριὰ ἕνα μεγάλο μοναστήρι, τριγυρισμένο μ᾿ ἕναν ἀψηλὸ μαντρότοιχο, κολλημένο στὴν πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ. Τὸ λέγανε Μουλᾶν, κ᾿ εἶχε πέντ᾿ - ἕξι χιλιάδες καλόγερους. Ἀπάνου στὰ μπεντένια στεκόντανε ὡς χίλια εἴδωλα σιχαμερά. Ἀπ᾿ ὄξω εἶχε ἕναν ἄλλον μαντρότοιχο χαμηλόν, κ᾿ ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένα ἴσαμε διακόσια σπίτια γεμάτα κόκκαλα.

Περάσανε κοντὰ ἀπὸ τὸν τοῖχο κ᾿ εἴδανε κοπάδια ἀπὸ ἀγιοῦπες, ποὺ μαλώνανε γιὰ τὰ κουφάρια, τὰ ὁποῖα εἴχανε ρίξει οἱ καλόγεροι κομματιασμένα, καὶ σφυρίζανε. Ὅσα ὄρνια ἤτανε χορτάτα, καθόντανε κουρνιασμένα καὶ δὲν μπορούσανε νὰ πετάξουνε, παρὰ σφυρίζανε. Βρῶμα ἀνυπόφερτη γέμιζε τὸν ἀγέρα.
Στὴν πόρτα στεκότανε στυλωμένο ἕνα εἴδωλο πολὺ μεγάλο, μ᾿ ἕνα σκέδιο φοβερό, πότρωγε ἕναν ἄνθρωπο, καὶ στὰ πόδια τοῦ ἤτανε στοιβαγμένα πολλὰ νεκροκέφαλα.

Οἱ καλόγεροι ἤτανε κλεισμένοι στὶς ἐκκλησίες κι ἀκουγότανε ἡ ψαλμωδία. Εἴδανε μονάχα ἕναν γέρο, ποὺ καθότανε μέσα σ᾿ ἕνα κουβούκλι κοντὰ στὴν καστρόπορτα, κι ὅπως φαίνεται ἤτανε στραβός, γιατὶ δὲ γύρισε τὸ κεφάλι του ὁλότελα.

Τραβήξανε παραπέρα, κ᾿ ηὕρανε κάτι τσομπάνηδες μὲ τὰ τσαντίρια. Τοὺς δώσανε καὶ φάγανε καὶ τοὺς βάλανε νὰ κοιμηθοῦνε μέσα σὲ κάτι τρύπες, κοντὰ σ᾿ ἕνα ποτάμι.

Σηκωθήκανε τὰ γλυκοχαράγματα καὶ πιάσανε κι ἀνεβαίνανε κάποιο βουνὸ λεγόμενο Τιτάκα, καὶ φτάξανε σ᾿ ἕνα διάσελο δίχως νὰ λείψει κανένας, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε πεθαμένοι ἀπὸ τὴν κούραση. Τὸ κρύο τοὺς εἶχε θανατώσει. Στήσανε τὰ τσαντίρια τους καὶ τρυπώσανε ἀπὸ κάτω, μὰ ὅλη τη νύχτα τὰ δαιμόνια κροταλούσανε καὶ μουγκρίζανε, σιμώνανε στὰ τσαντίρια τους καὶ πάλι ἀνεβαίνανε στὰ βουνά. Γιατὶ αὐτὸ τὸ μέρος ἤτανε στοιχειωμένο.

Τὴν ἄλλη μέρα ηὕρανε στὸ δρόμο τους ἕνα κοπάδι ζαρκάδια κ᾿ οἱ ληστὲς σκοτώσανε δυὸ - τρία, γιατὶ εἴχανε μαζί τους τὰ ταρκάσια τους μὲ τὶς σαγίτες.
Σιγὰ - σιγὰ ἀνεβήκανε σ᾿ ἕνα σκληρότατο βουνό, κ᾿ ὕστερα κατεβήκανε σ᾿ ἕνα λαγκάδι μὲ λιγοστὰ ἀγριόδεντρα. Ἀπάνου σὲ κεῖνον τὸν ἀνήφορο ἀπομείνανε κάμποσοι πεθαμένοι ἢ λιγοθυμισμένοι ἀπὸ τὴν κακοπάθηση κι ἀπὸ τὸ κρύο.
Οἱ ληστὲς λέγανε πὼς σὲ κεῖνα τὰ μέρη βρίσκουνται ἀγριανθρώποι μαλλιαροί, ποὺ τρῶνε τοὺς ἥμερους. Δὲν εἴδανε ὅμως κανέναν.

Ὕστερα περάσανε ἀνάμεσα σὲ κάτι μικρὰ βουνὰ ἔρημα καὶ κατάξερα καί, σὰν τὰ περάσανε, πέσανε σὲ βαλτόνερα παγωμένα μὲ λιγοστὰ ξερόκλαρα τριγυρισμένα.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ἀνταμωθήκανε μ᾿ ἕνα κερβάνι καὶ πιάσανε καὶ τοὺς ρωτούσανε ποὺ πᾶνε. Σὰ μάθανε πὼς πηγαίνανε στὸ θεὸ Κόνανο, τοὺς μιλήσανε μὲ εὐλάβεια καὶ τοὺς δώσανε λίγο κριθαρόψωμο.
Τὴ νύχτα τὴν περάσανε στὸν κάμπο. Τὰ βουνὰ κατεβάζανε ἕναν ἀγέρα θανατερὸν καὶ δὲν μπορέσανε νὰ κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νύχτα καὶ περπατούσανε.
Ἔρημοι τόποι! Δυὸ μέρες δὲν εἴδανε ζωντανὸ πλάσμα. Κατὰ τὸ βράδι, στρίβοντας πίσ᾿ ἀπό ῾να χαμοβούνι, εἴδανε ἕνα μικρὸ χωριό.

Οἱ χωριάτες τρέξανε νὰ τοὺς δοῦνε, μὰ ἤτανε φοβισμένοι, γιατὶ τοὺς περάσανε γιὰ τελώνια, ἐπειδὴς εἴχανε χαλάσει οἱ περισσότερες καλύβες τους ἀπὸ τὴ φουρτούνα πού ῾χε γίνει πρὸ δυὸ - τρεῖς μέρες. Ἤτανε θεόφτωχοι καὶ λιγδιασμένοι σὰν ψωριάρικοι σκύλοι. Οἱ κοιλιὲς τοὺς ἤτανε πρισμένες καὶ τὰ μάτια τοὺς τσιμπλιασμένα.

Σὲ κάμποσες ὧρες φτάξανε σ᾿ ἕναν τόπο μὲ γκρεμισμένες καλύβες, καὶ μαζέψανε τὶς πλίθρες καὶ κάνανε ἕνα μάντρωμα καὶ κοιμηθήκανε.
Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὸ μεσημέρι, βρεθήκανε σ᾿ ἕναν κάμπο χαρούμενον, μὲ πολλὰ χωριὰ στολισμένον. Τὰ σπίτια ἤτανε καλοχτισμένα καὶ τὰ περισσότερα εἴχανε δυὸ πατώματα.
Βγήκανε οἱ χωριάτες καὶ τοὺς πήρανε καὶ τοὺς πήγανε σ᾿ ἑνὰν γέρο καλόγερα, ποὺ ἤτανε πρὶν γούμενος σ᾿ ἕνα μικρὸ φτοχωμονάστηρο κοντά σε κεῖνο τὸ χωριό. Ἀφοῦ μιλήσανε μὲ τὸ γέρο, τοὺς δώσανε καὶ φάγανε καὶ τοὺς βάλανε σὲ τρία μεγάλα σπίτια νὰ κοιμηθοῦνε. Φύγανε νύχτα, δίχως νὰ ξυπνήσουνε οἱ χωριάτες.

Κείνη τὴ μέρα ἀπαντήσανε ἕνα μοναστήρι πολὺ παλαιότατο. Οἱ ἐκκλησιὲς καὶ τὰ κελλιὰ ἤτανε βαμμένα ἄσπρα, μαῦρα καὶ κίτρινα. Τοὺς χουγιάξανε κάτι καλόγεροι ἀπάνω ἀπὸ τὸν καστρότοιχο, μὰ δὲ θελήσανε νὰ χασομερήσουνε. Ἀφήσανε στὰ δεξιὰ τὸ μοναστήρι καὶ πήρανε ἕναν δρόμο, ποὺ χώθηκε σὲ λίγο μέσα σε κάτι ντερβένια σκοτεινότατα.
Ἀπὸ κεῖ μέσα βγήκανε τὴν ἄλλη μέρα κατὰ τὸ βράδι καὶ πέσανε σ᾿ ἕνα ἀνοιχτὸ βουνοκάμπι. Συναπαντήσανε κάτι ἄγριους τσομπαναρέους, ποὺ βοσκούσανε τὰ βόδια τους καὶ ποὺ δὲ γνωρίζανε περαπάνω ἀπὸ εἴκοσι λόγια. Τοὺς δώσανε νὰ φᾶνε βούτυρο. Μὰ οἱ πιὸ πολλοὶ χατζῆδες δὲ φάγανε, γιὰ νὰ μὴν παχύνουνε.

Οἱ τσομπάνηδες τοὺς πήγανε στὴν καλύβα τοῦ πιὸ γέρου, καὶ κεῖνος τοὺς παρακάλεσε νὰ κάνουνε μία δέηση γιὰ νὰ τοὺς φυλάγει ὁ θεός. Ἀνάψανε λοιπὸν τὰ λυχνάρια μὲ βούτυρο, θυμιάσανε καὶ πιάσανε καὶ ψέλνανε. Πολλοὶ ξημερωθήκανε μὲ τὴν ψαλμωδία. Τὰ τσαντίρια τοὺς ἤτανε ὁλόμαυρα. Εἴχανε ἀνακατεμένα πρόβατα μὲ βόδια κ᾿ ἤτανε ντυμένοι μὲ τομάρια.
Τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ἕνας ἄνεμος μπουρινιασμένος, κι ὁ οὐρανὸς μαύρισε σὰ χάλκωμα. Κατὰ τὴ νύχτα ἔπεσε πολὺ χιόνι, μὲ βροντὲς καὶ μ᾿ ἀστροπελέκια, ἕνα πράμα ἀσυνήθιστο. Πολλοὶ βρεθήκανε κοκκαλιασμένοι.

Πρὶν νὰ φύγουνε, κομματιάσανε τοὺς πεθαμένους καὶ σκορπίσανε τὰ κομμάτια τους.
Πιὸ πέρα συναπαντήσανε καμμιὰ τραιανταριὰ στρατιῶτες καβάλα στ᾿ ἄλογα, ἀρματωμένους μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ δοξάρια. Τὴν ὥρα ποὺ περάσανε ἀπὸ κοντά τους, ξεκαβαλικέψανε καὶ τοὺς προσκυνήσανε· κ᾿ ὕστερα μισέψανε φωνάζοντας: «Γκιαλ νόμπο!»
Δὲν περπατήξανε πολὺ καὶ βρεθήκανε μπροστὰ σ᾿ ἕνα κάστρο μεγάλο καὶ πολὺ ἀγριεμένο, παλαιότατο χτίριο, Τάτα Τζὸγκ ὀνομαζόμενο. Τοὺς πήρανε κάποιοι στρατιῶτες καὶ τοὺς βάλανε νὰ κοιμηθοῦνε. Καὶ καλὰ καὶ βρεθήκανε, γιατὶ ὁ καιρὸς γίνηκε ἀβάσταχτος, μὲ χιόνι πολὺ καὶ μὲ ἀγέρα λυσσασμένον. Τὸ κάστρο ἀπὸ μέσα ἤτανε κατασκότεινο καὶ καπνισμένο ἀπὸ τὶς φωτιές, λιγδιασμένο καὶ βρώμικο στὸ ἔπακρο. Οἱ στρατιῶτες κάνανε τὴν ἀνάγκη τοὺς ἐκεῖ ποὺ κοιμόντανε κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τρώγανε.
Ξημερώνοντας, πήρανε τὸ δρόμο ποὺ πήγαινε κατὰ τὸ βοριά, καταπάνω στὸν παγωμένο ἄνεμο. Ξεκουραστήκανε ἀπάνω σὲ μιὰ ράχη, πίσ᾿ ἀπὸ κάποιο ρημοκκλήσι στολισμένο μὲ μπαϊράκια, ἀπὸ κεῖνα πού ῾ναι γεμάτη ἡ χώρα τοῦ Θιβέτ.

Ὡς νὰ βραδιάσει, ξεψυχήσανε καμμιὰ δεκαριά, ἐκτὸς ἀπὸ πέντ᾿ - ἕξι π᾿ ἀπομείνανε στὸ κάστρο. Ἤτανε ὅλοι τους πολὺ ἀδυνατισμένοι, λογαριάζανε πὼς δὲ θὰ πρόφτανε κανένας τους νὰ πάγει στὸ μοναστήρι.
Κεῖ ποὺ περνούσανε κάτι ξεροβούνια ἔρημα, εἴδανε ἕνα μικρὸ χτίσμα ὁλομόναχο, εἶδος φοῦρνο, μὲ μιὰ μικρὴ τρύπα μονάχα. Ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένος ζωντανὸς κάποιος ἀσκητὴς γιὰ ν᾿ ἁγιάσει. Περάσανε δίχως νὰ πᾶνε κοντά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ταράξουνε.

Ὁδοιπορήσανε κάμποσες μέρες ἀνάμεσα σὲ βράχια ἄψυχα, καὶ φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος πόσβηνε ὁ δρόμος. Σταθήκανε καὶ συλλογιζόντανε ἀπὸ ποὺ νὰ τραβήξουνε καί, στὸ τέλος, πήρανε ἕναν δρόμο. Μά, ἀφοῦ περπατήξανε κάμποσο καὶ ξεθεωθήκανε ἀπὸ τὴν κούραση, πέσανε σ᾿ ἕνα μέρος ποὺ βουλιάξανε τὰ ποδάρια τοὺς μέσα σ᾿ ἕναν μαῦρον ἄμμο. Γυρίσανε λοιπὸν πίσω, γιατὶ δὲν μπορούσανε νὰ πᾶνε ὁλότελα μπροστά· καί, περιπλανώμενοι δώθε - κείθε, βρεθήκανε πάλι στὸ πρῶτο μέρος, ποὺ κειτόντανε κάποια κουφάρια ἀπὸ τοὺς συντρόφους τους. Τέλος νυχτωθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο. Πρὶν ξημερώσει, εἴδανε μακριὰ μιὰ φωτιὰ καὶ τραβήξανε καταπάνω της, μὰ τὴ χάσανε σὰ βγῆκε ὁ ἥλιος. Ὡστόσο τραβήξανε κατὰ κεῖ ποὺ φάνηκε, δὲν εἴδανε ὅμως ἄνθρωπο.

Μετὰ μία βδομάδα βρεθήκανε σὲ κάποιον τόπο ἴσον κι ἀνοιχτόν, πόμοιαζε σὰ θάλασσα κίτρινη, κ᾿ εἴδανε ἕνα μέρος μαντρωμένο πολὺ μεγάλο, κ᾿ ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένα μὲ πλίθρες πολλὰ μεγάλα χτίρια γεμάτα κόκκαλα, κι ἀπάνου στὶς σκεπὲς στεκόντανε σὰν ἀγάλματα πλῆθος σκέλεθρα σὲ διάφορα σχήματα. Στὸ μέρος ποὺ ἤτανε λεύτερο μέσα στὴ μάντρα, ἤτανε κανωμένες κάτι στοῖβες ἀπὸ ἄλλα κόκκαλα, τόσο μεγάλες, ποὺ φτάνανε πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὶς σκεπὲς τῶν σπιτιῶν. Κατά των μέρος τῆς μάντρας ἤτανε ἕνα χωματόβουνο, κι ἀπάνου στεκότανε ἕνα σιχαμερὸ εἴδωλο, ἄσκημο καὶ φοβερὸ περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ποὺ μπορεῖ νὰ πλάσει μὲ τὴ φαντασία τοῦ ὁ πιὸ κακὸς ἄνθρωπος.

Τὰ κόκκαλα ἤτανε παμπάλαια, καταφαγωμένα ἀπὸ τὸν καιρὸ κι ἀπὸ τὸν ἀγέρα. Ἡ πόρτα ἤτανε μικρὴ κι ἀμπαρωμένη. Ψυχὴ δὲ φαινότανε πουθενά, κι ἀποροῦσε κανένας ποὺ βρεθήκανε τὰ τόσα κόκκαλα, ἐνῶ δὲ φαινότανε ἄνθρωπος ζωντανός, ἴσαμε δεκαπέντε μέρες διάστημα σὲ κεῖνο τὸ μέρος.
Ἀλλὰ αὐτοὶ πήρανε θάρρος, γιατὶ ξέρανε πὼς ἐκείνη ἡ παράξενη μάντρα ἔδειχνε πὼς βρισκόντανε στὰ σύνορα ποὺ πιάνει ἡ χώρα τοῦ θεοῦ Κόνανου ἡ λεγόμενη Καταβύθιση.

Καί, στ᾿ ἀλήθεια, παραπέρα ηὕρανε κάτι βράχους ξεκολλημένους καὶ πεσμένους τὸν ἕναν ἀπάνου στὸν ἄλλον. Πολλοὶ ἤτανε κρεμασμένοι στὸν ἀγέρα. Τὸ μέρος φαινότανε σὰν ἀκρογιαλιά. Ἄσπρα λιθάρια ἤτανε στοιβιασμένα, σὰ νὰ τά ῾χε σωριάσει ἄγρια θαλασσοταραχή. Ἡ γῆς ἔμοιαζε σὰν πετσί, σκεπασμένη μ᾿ ἁλάτι καὶ μ᾿ ἀνάρια ἀγκάθια. Ἄνεμοι ὀργισμένοι φυσούσανε καὶ τ᾿ ἀγκάθια τρίζανε. Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ μέρος πιὸ θλιβερὸ ἀπὸ τοῦτο.

Πιάσανε καὶ κλαίγανε καὶ φωνάζανε: «Κόνανο, μίχουμ! Κόνανο, μίχουμ!» - ποὺ θὰ πεῖ: «Ἐλέησέ μας, Κόνανε!»
Ἔρημος! Ἔρημος! Κατὰ τὰ τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου φαινότανε μία θάλασσα κίτρινη.
Οἱ χατζῆδες εἴχανε γίνει βρουκολάκοι δίχως κρέας. Ἡ ψυχή τους εἶχε πάει μέσα στὰ κόκκαλα. Μονάχα καμμιὰ εἰκοσιπενταριὰ ἀπομείνανε.
Στὶς τρεῖς μέρες ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ εἴχανε φτάξει στὸ κοιμητήριο μὲ τὰ κόκκαλα, εἴδανε ἀπὸ μακριὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Κόνανου.
Αὐτὸ τὸ μοναστήρι εἶναι ἀπὸ κεῖνα τὰ πράματα πού ῾ναι ὄξ᾿ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀλλιώτικο ἀπ᾿ ὅλα τὰ φυσικὰ θεάματα.

Οὔτε ζωντανό, οὔτε πεθαμένο πλάσμα ἢ χτίσμα φαινότανε ἀπάνω στὴ γυμνὴ περιφέρεια, ἐξὸν ἀπὸ κάποιον βράχο καταξεσκισμένον, πόμοιαζε περισσότερο μὲ ξύλο παρὰ μὲ πέτρα, ἴδιος μ᾿ ἕνα πολὺ μεγάλο κούτσουρο ροζιασμένο, δίχως κλωνιά. Ἀπάνου σ᾿ αὐτὸν τὸν βράχο ἤτανε χτισμένο τὸ μοναστήρι, μ᾿ ἕναν τοῖχο ὁλοτρόγυρα ἀψηλὸν ἴσαμε δέκα ὀργυιές. Μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καστρότοιχο ἤτανε χτισμένα πολλὰ χτίρια, μὲ πλῆθος χαγιάτια κρεμάμενα τό ῾να ἀπάν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Στὶς σκεπὲς φαινόντανε φριχτὰ τελώνια, ποὺ στριφογυρίζανε χτυπημένα ἀπὸ τὸν ἀγέρα, καὶ πλῆθος ἀμέτρητο ἀνεμόμυλοι, κίτρινοι καὶ βυσσινοί, ποὺ τριζοκοπούσανε σὰ νὰ κλαίγανε. Στὶς τέσσερες γωνίες τοῦ καστρότοιχου, ποὺ ἤτανε σὰν τάμπιες, ἤτανε στημένα κοντάρια, κι ἀπάνω τοὺς ἀνεμίζανε κάτι μεγάλες βοϊδοουρές.
Ἡ καστρόπορτα ἤτανε ἀμπαρωμένη, σὰ νὰ μὴν ἄνοιξε ἀπὸ τότες πὄγινε ὁ κόσμος. Τὸ μονάχο πράμα ποὺ ἔδινε κάποια παρηγοριὰ ἤτανε ἕνα μικρὸ χτίριο σὰν προσκυνητάρι, μ᾿ ἕναν μικρὸν ἀνεμόμυλο στὴ σκεπή του, χτισμένο ὄξ᾿ ἀπὸ τὸ μοναστήρι.

Ἡ ἀνεμοζάλη μούγκριζε ἀπάνω στοὺς τοίχους καὶ στὶς σκεπές, σὰ νὰ βελάζανε βόδια κι ἄλλα φοβερὰ τέρατα. Τὰ οὐράνια ἤτανε θολωμένα.
Οἱ προσκυνητάδες πέσανε μπρούμυτα καὶ προσκυνήσανε κ᾿ ἤτανε σὰν ἀπονεκρωμένοι.
Λὲς καὶ τοὺς εἶδε κάποιο κρυμμένο μάτι, κ᾿ ἡ πόρτα ἄνοιξε σὰ νὰ τὴν ἄνοιξε ὁ ἄνεμος. Μπήκανε μέσα καὶ βρεθήκανε ἀπάνου σ᾿ ἕνα στενὸ πέρασμα καλντεριμωμένο. Ὓστερ᾿ ἀνεσκαλώσανε ἀπάνου σὲ μίαν ἀνεμόσκαλα κανωμένη μὲ καλάμια, καὶ χωθήκανε σὲ μία μικρὴ πόρτα. Ἀπὸ κεῖ ἀνεβήκανε κάμποσα σκαλοπάτια σκαμμένα στὸ βράχο, καὶ περάσανε μία θολωτὴ γαλαρία, πού ῾χε δεξιὰ κι ἀριστερὰ πλῆθος μικρὰ κελλιά, μνημόρια παράδοξα, μὲ γράμματα σκαλισμένα, παρεκκλήσια καὶ κάτι ἄλλα χτίρια ἀλλόκοτα. Μετὰ πολλά, καταντήσανε σ᾿ ἕνα κελλὶ κρύο κατὰ πολὺ καὶ σκοτεινότατο.
Τὴ νύχτα παρουσιαστήκανε μπροστὰ τοὺς πολλὰ δαιμόνια, ἄλλα μὲ κεφάλια βοδινά, ἄλλα σὰν πουλιὰ δίχως φτερά, ἄλλα πάλι σὰν ἀνθρωπότραγοι, καὶ μουγκανιόντανε καὶ σφυρίζανε καὶ τόση βουὴ κάνανε, ποὺ δὲν ἀκουγότανε ὁ ἀγέρας. Οἱ φωνές τους δὲ μοιάζανε μὲ κανενὸς ἀπ᾿ ὅσα πλάσματα βρίσκουνται στὸν κόσμο τὸ δικό μας.

Τὴν ὥρα π᾿ ἄρχιζε νὰ γλυκοχαράζει, ἀκούσανε μίαν ἄλλη χασμωδία καὶ μία μουσικὴ βροντερὴ ὄξω ἀπὸ τὸ κελλί, κ᾿ εὐτὺς μπήκανε μέσα κάτι φοβεροὶ ἀνθρώποι, κάνοντάς τους νόημα νὰ βγοῦνε ὄξω σὲ μίαν αὐλή, ὁλόγυρα στὴν ὁποία ἤτανε εἶδος χαγιάτια ἀπὸ σκαλισμένα ξύλα, κ᾿ ἐκεῖ τοὺς βάλανε νὰ σταθοῦνε.
Στὴ μέση χοροπηδούσανε καμμιὰ πενηνταριὰ δαίμονες μὲ κινήματα ἀλλόκοτα. Ἡ ξαγριωμένη ὄψη τοὺς πάγωνε τὸν ἄνθρωπο, τόσο ἤτανε παρὰ φύση σκληρὴ κ᾿ αἱμοβόρα. Ἄλλοι ἤτανε μεγαλόκορμοι κ᾿ εἴχανε μικρὰ πράσινα κεφάλια σὰν τοῦ πουλιοῦ, ἄλλοι ἤτανε μικρόκορμοι σὰν ἀποβράσματα κ᾿ εἴχανε κάτι κεφαλὲς μεγάλες με κέρατα μακριά, κι ἀπὸ τ᾿ ἀνοιχτὰ στόματά τους βγαίνανε τὰ μεγάλα δόντια τους. Ἀλλουνοῦ τὸ κεφάλι παρομοίαζε μὲ βουβαλιοῦ, ἀλλουνοῦ μ᾿ ἐλαφιοῦ, ἀλλὰ ἐλαφιοῦ αἱμοβόρου, πού ῾χε δόντια τρομερὰ καὶ μυτερά, ἀλλουνοῦ μὲ βαθράκου, κι ἄλλοι εἴχανε ὄψη γελαζούμενη, μὰ γεμάτη κακία, ὅλοι με μάτια δίχως ἔλεος, τελώνια βγαλμένα ἀπὸ τὰ τάρταρα.

Ἤτανε δυὸ - τρεῖς μὲ πρόσωπο φαρδὺ καὶ πλατὺ σὰν τσουκάλι παράξενο, μὲ δυὸ αὐτιὰ μεγάλα καὶ κρεμάμενα, μὲ καύκαλο γυαλιστερὸ δίχως μαλλιά. Ἤτανε κι ἄλλοι μὲ πρόσωπα μαλλιαρὰ καὶ μὲ τέσσερα κέρατα καὶ μὲ κάτι σιχαμερὰ ἐξογκώματα. Ἄλλοι πάλι μοιάζανε μὲ γριὲς καταχθόνιες, μ᾿ ἕνα σαγόνι μυτερὸ καὶ μεγάλο, δίχως τρίχα στὸ κεφάλι τους.

Μερικοὶ βαστούσανε στὰ χέρια τους ἀπό ῾να νεκροκέφαλο, ἄλλοι μιὰ καρδιὰ ματωμένη, ἄλλοι ἕνα ξερὸ ραχοκόκκαλο. Οἱ περισσότεροί τους κρατούσανε κουδούνια στὰ χέρια τους καὶ τὰ κουνούσανε σὰν τρελλοί. Ἡ λύσσα τοὺς ἤτανε μεγάλη· οὐρλιάζανε κι ἀλαλάζανε καὶ τρίζανε τὰ δόντια τους.
Χορεύανε πηγαίνοντας ἀπάνου στὸ βρόντο ποὺ κάνανε τὰ τούμπανα, κι ὁλοένα μανιάζανε περισσότερο. Μπροστὰ στοὺς χατζῆδες βρέθηκε ἕνα τριπόδι σὰν ζωντανό, γιατὶ καὶ κεῖνο φώναζε, κι ἀπάνω τοῦ καιγότανε κάποιο φαρμακερὸ λιβάνι, ποὺ τοὺς ζάλισε καὶ θόλωσε τὸ μυαλό τους.
Τὰ δαιμόνια μία σμίγανε, μιὰ ἀνοίγανε, πότε χυμίζανε μουγκρίζοντας κατὰ τὸ μέρος τους, σὰ νὰ θέλανε νὰ τοὺς ξεσκίσουνε, πότε γυρίζανε τὶς πλάτες τους καὶ φεύγανε κατὰ τ᾿ ἀντικρυνὸ μέρος, δείχνοντάς τους τὰ πισινά τους, ποὺ ἤτανε πιὸ φριχτὰ ἀπὸ τὴν ὄψη τους.

Σὲ μιὰ στιγμὴ σωπάσανε ὁλότελα, καὶ τότες παρουσιαστήκανε κάτι σκέλεθρα ζωντανά. Τὰ κόκκαλά τους ἤτανε κίτρινα, ἐξὸν ἀπὸ τὴν κοιλιά, ποὺ ἤτανε κόκκινη, κι ὄχι ἀπὸ τὰ παΐδια, ποὺ ἤτανε σὰν ἀπὸ γυαλί. Τὰ κόκκαλά τους ἀχούσανε σὰ νά ῾τανε κούφια νεροκάλαμα. Παίζανε κάποια ὄργανα παράξενα. Καμπόσοι ἀπὸ δαύτους βαστούσανε σπαθιὰ καὶ δοξάρια.

Ἀνακατωθήκανε μὲ τὰ δαιμόνια σὰ νὰ μαλώνανε μὲ δαῦτα καὶ σὰ νὰ κουβεντιάζανε σὲ μία γλώσσα ἄγνωστη, βγάζοντας κάτι φωνὲς πνιγμένες: «Μποχούμ! Μποχούμ!» Ὁλόγυρα ἀκουγόντανε σάλπιγγες καὶ ἄλλες στριξιές. Στὸ τέλος ξαφανιστήκανε σὰ νὰ τοὺς κατάπιε ἡ γῆς.

Τότες παρουσιαστήκανε δυὸ - τρεῖς σπανοὶ καλόγεροι καὶ πήρανε τοὺς χατζῆδες καὶ τοὺς πήγανε μέσα σὲ μιὰ μεγαλότατη ἐκκλησία, στολισμένη μὲ εἴδωλα κάθε λογῆς, θηλυκὰ καὶ ἀρσενικά. Στὰ δοκάρια τῆς σκεπῆς κρεμόντανε διάφορα τελώνια παρόμοια μὲ κορκόδειλους, σὰν ψάρια, σὰν πουλιά, σὰν κλωνιὰ ἀπὸ δέντρα, ἀλλὰ ζωντανὰ καὶ γεμάτα κακία, καθὼς καὶ πανιὰ ζωγραφισμένα. Ἡ σκεπὴ ἤτανε γεμάτη μάτια ὀργισμένα. Ἀκουγότανε μία ψαλμωδία πόλεγε: «Ὁ θεὸς Κόνανος εἶναι πιὸ κακὸς κι ἀπὸ τὸ Μάνιπα, πιὸ σκληρὸς κι ἀπὸ τὸ Χολσόρνα!»

Ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βασιλεύει ὁ ἥλιος, ἡ ἐκκλησιὰ εἶχε μία πόρτα μεγάλη, κ᾿ ἔγραφε ἀπάνου: «Ντραμαγκούμ» - ποὺ θὰ πεῖ: «Καταποντισμός».
Πρὶν νὰ τοὺς βγάλουνε ἀπὸ κείνη τὴν πόρτα, τοὺς ξεγυμνώσανε κ᾿ ἤτανε χειρότεροι ἀπὸ σκελετά, μονάχα κάτι ζαρωμένα πετσιὰ εἴχανε ἀπομείνει ἀπάνω τους.
Σὰν ἄνοιξε ἡ πόρτα, εἴδανε ἀπὸ κάτω ἕναν γκρεμνὸ ἴσαμε ἑκατὸ μπόγια καὶ περισσότερο. Ὁ βράχος ἔκανε μία μεγάλη κουφάλα σὲ κεῖνο τὸ μέρος, καὶ μέσα στὴν κουφάλα ἤτανε χτισμένο κεῖνο τὸ μέρος τῆς ἐκκλησιᾶς.

Ἀπάνω ἀπὸ τὴν πόρτα κρεμότανε μιὰ πέτρα θεόρατη, σὰ νὰ στεκότανε στὸν ἀγέρα, κι ἀπὸ κάτω τῆς καθότανε φωλιασμένος ὁ θεὸς Κόνανος, γελαστὸς καὶ παγκάκιστος, ὁ μισὸς παγωμένος κι ὁ μισὸς πυρωμένος, μὲ κέρατα, μὲ δόντια, μὲ νύχια ματωμένα, μὲ τὰ πλεμόνια του ἀπ᾿ ὄξω ἀπὸ τὸ στῆθος. Ἡ καρδιά του ἤτανε σὰν κάποιο ἐργαλεῖο παράξενο, ἀπάνου στὸν ἀφαλό του, καὶ χτυποῦσε δυνατὰ καὶ ξερά.

Ἀπὸ τὸ φρύδι κείνης τῆς κουφάλας, πόμοιαζε σὰν καμάρα, κρεμότανε ἕνα πρᾶγμα σὰν ζυγαριά, κανωμένη μὲ ξύλα παμπάλαια, ὅμοια μὲ κεῖνα τὰ μαγκάνια ποὺ βγάζουνε νερό. Ἡ μισὴ βρισκότανε ἀπάν᾿ ἀπὸ τὸ χάος, κ᾿ ἡ ἄλλη μισὴ ἀκουμποῦσε στὸ βράχο, σ᾿ ἕνα μέρος σκαμμένο, πού ῾χε πέντ᾿ - ἕξι σκαλούνια κ᾿ ἕνα μικρὸ πλάτωμα, ὅσο ποὺ χωροῦσε ἕνα μεγάλο ξύλο, ποὺ ἤτανε τὸ βαρίδι τῆς ζυγαριᾶς. Ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος κρεμότανε ἀπάν᾿ ἀπὸ τὸν γκρεμνὸ σὰν ἕνα πανέρι. Δυὸ τζουτζέδες θυμιάζανε μὲ κάτι καύκαλα ἀνθρωπινά.

Τότε ἕνας καλόγερας γύρισε τὴ ζυγαριά, ὥστε τὸ πανέρι πῆγε κατὰ τὰ σκαλοπάτια, καὶ βάλανε μέσα ἕναν ἀπὸ τοὺς χατζῆδες πισταγκωδεμένον. Μονομιᾶς ἔστριψε ἡ ζυγαριά, τὸ πανέρι ἀνεβοκατέβηκε γιὰ μία στιγμή, κ᾿ ὕστερα ἔγυρε κατὰ τὸν γκρεμνὸ κι ἀναποδογύρισε, κι ὁ ἄνθρωπος σφεντονίστηκε στὸ χάος καὶ ξαφανίστηκε.

Οἱ ἄλλοι περιμένανε τὴ σειρά τους κ᾿ ἡ καρδιά τους ἤτανε κατατρομαγμένη, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ λεγόμενη Ζυγαριὰ τῆς Σωτηρίας, κι ὅποιος φτάξει στὸ μοναστήρι δίχως νά ῾χει ξεραθεῖ ὁλότελα τὸ κορμί του καὶ βρεθεῖ πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὸ βαρίδι, αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ γκρεμνίζεται σὲ κεῖνον τὸν Καιάδα, ποὺ τὸν λένε στὴ γλώσσα τους Τσούγκρα. Ἀπὸ κεῖ πέρα σηκώνανε τὰ κόκκαλα καὶ τὰ πηγαίνανε στὸ μεγάλο κοιμητήριο.

Ἀπ᾿ αὐτουνοὺς τοὺς βασανισμένους προσκυνητάδες, μονάχα ὁ ἕνας δὲν ἔπεσε στὸν γκρεμνό, γιατὶ βρέθηκε πιὸ ἀλαφρὺς ἀπὸ τὸ βαρίδι· καὶ τοῦτο παρὰ τρίχα, τόσο, πού, ἂν τύχαινε νά ῾χει μαλλιὰ καὶ γένια, δὲ θὰ γλίτωνε.
Γίνηκε καλόγερας κι ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι. Λένε πὼς στὰ γεράματά του γίνηκε γούμενος, καὶ πὼς στὰ χρόνια του βούλιαξε τὸ μοναστήρι μαζὶ μὲ τὸ κοιμητήριο.
Σὲ πολλὰ ἀρχαῖα χαρτιά, χειρογραφημένα σὲ θιβετιανὴ γλώσσα, βρίσκεται γραμμένο μὲ τὸ ἑλληνικὸ ὄνομα Καταβύθιση.

Τούτη τὴν ἱστορία τὴν ἔγραψε ἕνας Ἕλληνας γεννημένος στὴν Ἀσία.


                                                                         Our Lady Of The Seven Sorrows

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Hungarian Pigeons


It's just a pigeon.
Looking for it's nest.
It doesn't know that it's wild.
It doesn't know that it scares me.
Why am i frightened so easily?
Pigeon, why can you scare me?
Am i not a part of your life anymore?
Am i not welcome anymore?
Am i not part of your life?
Pigeon?


The concept of Aaron Funk's(aka Venetian Snares) masterpiece Rossz Csillag Alatt Született supposedly came to his mind when he imagined that he was a pigeon in Budapest's Royal Palace.

So,the only question that you should ask yourself before listening to this awesome album(and one of my personal favorite electronica albums ever) which combines (frantic)IDM with Neoclassicism is:


                                                                             Are You Ornithophobic?